επίδεση

Η εφαρμογή επιδέσμων ως θεραπευτικό μέσο. Στην αρχαιότητα, η εφαρμογή της ήταν ευρέως διαδεδομένη, ενώ στη σύγχρονη εποχή, η σημασία της έχει περιοριστεί από τη χρήση νέων συντηρητικών και χειρουργικών μέσων θεραπείας. Η τέχνη της ε. αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τους τελευταίους αιώνες και επιπλέον βασιζόταν σε ένα ευρύ και πολύπλοκο σύνολο κανόνων, στην επιδεσμολογία. Μία ε. έχει σκοπό να προστατεύσει (π.χ. διάφορες πληγές) ή να ασκήσει πίεση και συνεπώς να ευνοήσει την αιμόσταση. Μπορεί επίσης να γίνει με τέτοιο τρόπο που να διευκολύνει την αποβολή βλαβερής ουσίας (δηλητηρίου) ή να συγκρατεί στη φυσιολογική θέση τους και να ακινητοποιεί οστά που είχαν μετατοπιστεί λόγω εξάρθρωσης ή κατάγματος· μπορεί, τέλος, να συμβάλει στην πλαστική τραυμάτων ή χειρουργικών τομών πλησιάζοντας τα χείλη του τραύματος ή κρατώντας σε απόσταση επιφάνειες που αιμορραγούν. Ανάλογα με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και την επιφάνεια εφαρμογής, χρησιμοποιούνται ταινίες ή κομμάτια υφάσματος, όπως τετράγωνο, τρίγωνο, παραλληλόγραμμο κ.ά. Οι ταινίες ή επίδεσμοι μπορεί να είναι από γάζα, πανί ή ελαστικό ύφασμα (ελαστικοί επίδεσμοι). Στο εμπόριο υπάρχουν επίδεσμοι ελαστικοί αυτοκόλλητοι οι οποίοι επιτυγχάνουν ε. εξαιρετικής σταθερότητας. Μία ε. μπορεί να είναι απλή, όταν εκτελείται με μία μόνο περιτύλιξη της καλυπτόμενης περιοχής· σύνθετη, όταν οι περιτυλίξεις ενός και μοναδικού επιδέσμου αποτίθενται η μία πάνω στην άλλη ποικιλοτρόπως· περίπλοκη, όταν χρησιμοποιούνται περισσότεροι του ενός επίδεσμοι για την εκτέλεσή της. Σε μία σύνθετη ε. η κάθε περιτύλιξη καλύπτει συνήθως τα 2/3 του πλάτους της προηγούμενης περιτύλιξης. Εάν οι περιτυλίξεις δεν τοποθετούνται η μία πάνω στην άλλη, μιλάμε για οφιοειδή ε.· όταν οι αλλεπάλληλες περιτυλίξεις διασταυρώνονται αποκλίνοντας κατά μήκος μιας γραμμής και συγκλίνοντας στην αντίθετη γραμμή, προσδίδουν στην όλη ε. σχήμα χιαστό και η ε. αποκαλείται στάχυς· ανάστροφη ε. είναι εκείνη κατά την οποία εκτελούνται συστηματικά αναστροφές του επιδέσμου για να αυξηθεί η σταθερότητα και η ελαστικότητα της επίδεσης. Ειδικός τύπος ε. είναι εκείνη κατά την οποία χρησιμοποιείται κόλλα ψευδαργύρου, που έχει σκοπό να περιορίσει τον σχηματισμό οιδημάτων σε άκρα που τοποθετούνται στον γύψο. Μερικοί τύποι επίδεσης: 1) επίδεσμος με τέσσερις ουρές για στήριξη θεραπευτικών επιθεμάτων· 2) επίδεση κεφαλιού που ονομάζεται «μίτρα του Ιπποκράτη»· 3) επίδεση με περιτυλίξεις που επιθέτονται η μία στην άλλη· 4) επίδεση με περιτυλίξεις που επιθέτονται και διασταυρώνονται μεταξύ τους ή «στάχυς κατιούσης φοράς»· 5) στάχυς ανιούσaς φοράς.
* * *
η (AM ἐπίδεσις) [επιδέω]
η κάλυψη τραύματος ή μέρους τού σώματος με επίδεσμο για να συγκρατηθούν γάζες σε τραύμα, να συγκρατηθούν μέλη στη θέση τους ή να ασκηθεί πίεση σε ορισμένα σημεία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επίδεση — η 1. η κάλυψη τραύματος, πληγής κτλ. με επίδεσμο, το φάσκιωμα, το δέσιμο. 2. (ιατρ.), η κάλυψη τμήματος του σώματος με επιδέσμους με σκοπό τη συγκράτηση, την πίεση ή την προστασία του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλλαγή — Μεταβολή, μετατροπή. Λέγεται επίσης ανταλλαγή (σε είδη εμπορίου, κινητά ή ακίνητα πράγματα)· η αντικατάσταση φρουράς, ο καθαρισμός και επίδεση πληγής. Στα αρχαία ελληνικά α. σήμαινε το κέρδος του αργυραμοιβού από την ανταλλαγή νομισμάτων. Επίσης …   Dictionary of Greek

  • γύψος — Ορυκτό που κρυσταλλώνεται στην oλοεδρία του μονοκλινούς συστήματος. Χημικά καθορίζεται ως ένυδρο θειικό ασβέστιο (CaSo4 · 2Η2Ο). Σε καθαρή μορφή είναι άχρωμος, λευκός ή, σπανιότερα, με διάφορες αποχρώσεις. Η διαφάνειά του είναι μαργαριτώδης έως… …   Dictionary of Greek

  • επιδετικός — ή, ό [επίδεση] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην επίδεση …   Dictionary of Greek

  • ναρθήκιο — το (Α ναρθήκιον) [νάρθηξ] νεοελλ. βοτ. (κατά την παραδοσιακή ταξινόμηση) γένος μονοκότυλων φυτών τής οικογένειας τών λειριιδών αρχ. 1. μικρό τεμάχιο ή σχίζα νάρθηκα 2. ιατρ. μικρή ράβδος η οποία συνήθως τοποθετούνταν μαζί με άλλες όμοιες ράβδους… …   Dictionary of Greek

  • τελαμώνας — ο / τελαμών, ῶνος, ΝΜΑ, και λόγιος τ. τελαμών Ν, και ταλαμών Α 1. λουρί συνήθως από δέρμα ή ύφασμα για την ανάρτηση από τον ώμο σπαθιού ή τυμπάνου («ξίφος σὺν κολεῷ τε και ἐντμήτῳ τελαμῶνι», Ομ. Ιλ.) 2. ως κύριο όν. Τελαμών α) γιος τού Αμακού και …   Dictionary of Greek

  • αιμοστατικός — ή, ό (Α αἱμοστατικός, ή, ὸν) Ιατρ. κάθε μέσο ή ενέργεια που εφαρμόζεται για το σταμάτημα μιας αιμορραγίας, π.χ. αιμοστατικά φάρμακα, αιμοστατικές λαβίδες, αιμοστατική επίδεση (βλ. αιμόσταση). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + στατικὸς < στατὸς < ἵστημι …   Dictionary of Greek

  • γάζα — (Ghazzah, αρχ. Άζα). Πόλη (367.388 κάτ. το 1997) στα κατεχόμενα εδάφη της νότιας Παλαιστίνης, χτισμένη σε ύψωμα, σε απόσταση 4 χλμ. από τη θάλασσα, όπου βρίσκεται και το λιμάνι της. Αρχαία πόλη των Φιλισταίων, είναι χτισμένη σε θέση κλειδί πάνω… …   Dictionary of Greek

  • γύψωση — η (Μ γύψωσις) [γυψώ] επάλειψη με γύψο νεοελλ. 1. προσθήκη γύψου στο κρασί για να είναι διαυγές και να συντηρείται καλύτερα 2. επίδεση με γύψινο επίδεσμο κατάγματος ή εξάρθρωσης 3. προσθήκη γύψου στο έδαφος για την καλύτερη ανάπτυξη τών φυτών …   Dictionary of Greek

  • διαρρωγή — διαρρωγή, η (Α) χάσμα, κενό που αφήνεται κατά την επίδεση με επίδεσμο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.